Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Propriety
01
ευπρέπεια, κοινωνική δεοντολογία
the way of behaving that is considered to be morally and socially correct and acceptable
Παραδείγματα
The guidelines were established to ensure propriety in business dealings.
Οι κατευθυντήριες γραμμές καθιερώθηκαν για να διασφαλιστεί η προσηκόντως στις επιχειρηματικές συναλλαγές.
Λεξικό Δέντρο
impropriety
propriety



























