propriety
Pronunciation
/pɹəˈpɹaɪəti/

Ορισμός και σημασία του "propriety"στα αγγλικά

01

ευπρέπεια, κοινωνική δεοντολογία

the way of behaving that is considered to be morally and socially correct and acceptable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The guidelines were established to ensure propriety in business dealings.
Οι κατευθυντήριες γραμμές καθιερώθηκαν για να διασφαλιστεί η προσηκόντως στις επιχειρηματικές συναλλαγές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store