proprietor
prop
ˈprəp
prēp
rie
raɪə
raie
tor
rioter

Ορισμός και σημασία του "proprietor"στα αγγλικά

01

ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια

the owner of a property or business 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proprietors
Παραδείγματα
The proprietor of the bookstore greeted every customer personally. 

Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου χαιρέτησε κάθε πελάτη προσωπικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store