proprietor
Pronunciation
/pɹəˈpɹaɪətɝ/

Ορισμός και σημασία του "proprietor"στα αγγλικά

01

ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια

the owner of a property or business
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proprietors
Παραδείγματα
She spoke with the proprietor about renting a space for her event.
Μίλησε με τον ιδιοκτήτη για την ενοικίαση ενός χώρου για την εκδήλωσή της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store