Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proprietor
01
ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια
the owner of a property or business
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proprietors
Παραδείγματα
The proprietor of the bookstore greeted every customer personally.
Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου χαιρέτησε κάθε πελάτη προσωπικά.
Λεξικό Δέντρο
proprietorship
proprietor



























