Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proposer
01
προτείνων
(parliamentary procedure) someone who makes a formal motion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
proposers
02
προτείνων, υποβάλλων πρόταση
someone who puts forward a suggestion or proposal for further discussion or consideration
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
proposer
propose



























