Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prone
01
επιρρεπής, κλινικός
having a tendency or inclination toward something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most prone
συγκριτικός βαθμός
more prone
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, tendency, personality
Παραδείγματα
He is prone to making impulsive decisions.
Είναι επιρρεπής στη λήψη παρορμητικών αποφάσεων.
02
προνή, ξαπλωμένος με την κοιλιά προς τα κάτω
the body positioned with the chest and stomach toward the ground
Παραδείγματα
He lay prone on the beach, feeling the warm sand beneath him.
Ήταν ξαπλωμένος πρόσθια στην παραλία, νιώθοντας τη ζεστή άμμο από κάτω του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pronate
proneness
prone



























