Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promiscuously
01
απρόσεκτα, χωρίς ηθικούς περιορισμούς
in a sexually indiscriminate or morally unrestrained way
Παραδείγματα
Rumors spread that he acted promiscuously, though he denied them all.
Διαδόθηκαν φήμες ότι ενεργούσε ακόλαστα, αν και τις αρνήθηκε όλες.
Παραδείγματα
They handed out money promiscuously, without verifying need or eligibility.
Μοίρασαν χρήματα αδιακρίτως, χωρίς να επαληθεύσουν την ανάγκη ή την επιλεξιμότητα.
Λεξικό Δέντρο
promiscuously
promiscuous
promiscu



























