Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
promiscuous
01
αδιάκριτος, μη επιλεκτικός
not selective of a single class or person
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most promiscuous
συγκριτικός βαθμός
more promiscuous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, sexuality
02
επιπόλαιος, ακόλαστος
casual and unrestrained in sexual behavior
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
promiscuously
promiscuousness
promiscuous
promiscu



























