prom
prom
prɒm
prom
proemprosom

Ορισμός και σημασία του "prom"στα αγγλικά

01

απολυτήριο χορό, προμ

a formal dance or gathering of high school students, typically held at the end of the senior year 
prom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proms
Παραδείγματα
The students spent weeks preparing for their senior prom. 

Οι μαθητές πέρασαν εβδομάδες προετοιμάζοντας για τον χορό αποφοίτησης τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store