Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prolong
01
παρατείνω, επιμηκύνω
to make something last longer in time than it would naturally
Transitive: to prolong an event or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prolong
γ΄ ενικό πρόσωπο
prolongs
ενεστώτα μετοχή
prolonging
απλός αόριστος
prolonged
παθητική μετοχή
prolonged
Παραδείγματα
She prolonged her vacation by an extra week.
Παράτεινε τις διακοπές της για μια ακόμη εβδομάδα.
02
παρατείνω, επεκτείνω
to extend in space or length
Transitive: to prolong sth
Παραδείγματα
The road was prolonged to reach the new development area.
Ο δρόμος επιμήκυνε για να φτάσει στη νέα περιοχή ανάπτυξης.
Λεξικό Δέντρο
prolonged
prolong
long



























