prolixity
pro
prəʊ
πρεου
lix
ˈlɪk
λικ
i
σι
ty
ti
τι
fixity

Ορισμός και σημασία του "prolixity"στα αγγλικά

01

φλυαρία

the fact of having an excessive number of words that results in being tedious 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prolixities
Παραδείγματα
The professor's lecture was criticized for its prolixity, as many students found the excessive detail and lengthy explanations overwhelming and tedious. 

Η διάλεξη του καθηγητή επικρίθηκε για την φλυαρία της, καθώς πολλοί φοιτητές βρήκαν τις υπερβολικές λεπτομέρειες και τις μακροσκελείς εξηγήσεις κουραστικές και βαρετές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store