prolixity
Pronunciation
/pɹəlˈɪksɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "prolixity"στα αγγλικά

01

φλυαρία

the fact of having an excessive number of words that results in being tedious
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The editor advised the writer to avoid prolixity by cutting unnecessary words and focusing on concise, impactful statements to maintain the readers' interest.
Ο επιμελητής συμβούλεψε τον συγγραφέα να αποφύγει την φλύαρη κόβοντας τις περιττές λέξεις και επικεντρώνοντας σε συνοπτικές, εντυπωσιακές δηλώσεις για να διατηρήσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store