Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prolactin
01
προλακτίνη, γαλακτογόνος ορμόνη
a hormone that stimulates milk production and plays a role in reproductive functions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























