progenitor
pro
prə
prē
ge
ˈʤɛ
je
ni
ni
tor
primogenitor

Ορισμός και σημασία του "progenitor"στα αγγλικά

01

πρόγονος, προκάτοχος

a person from whom other offsprings are descended 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
progenitors
Παραδείγματα
The ancient civilization's progenitors laid the foundation for the cultural traditions that endured for centuries. 

Οι πρόγονοι του αρχαίου πολιτισμού έθεσαν τα θεμέλια για τις πολιτιστικές παραδόσεις που διήρκεσαν για αιώνες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store