profitably
profitably
'prɒfɪtəbli
profitēbli

Ορισμός και σημασία του "profitably"στα αγγλικά

01

κερδοφόρα, με κέρδος

in a manner that makes money 
profitably definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The company expanded its market presence and operated profitably in multiple regions. 

Η εταιρεία επέκτεινε την παρουσία της στην αγορά και λειτούργησε κερδοφόρα σε πολλές περιοχές.

Λεξικό Δέντρο

unprofitably
profitably
profitable
profit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store