Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bale
01
δέμα, μπάλα
a large stack of materials like hay or paper firmly tied together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bales
Παραδείγματα
The farmer loaded the truck with bales of hay to feed the livestock during the winter months.
Ο αγρότης φόρτωσε το φορτηγό με δέματα άχυρου για να ταΐσει τα ζώα κατά τους χειμερινούς μήνες.
02
Βασιλεία
a city in northwestern Switzerland
to bale
01
δένω σε δέματα, φτιάχνω δέματα
make into a bale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bale
γ΄ ενικό πρόσωπο
bales
ενεστώτα μετοχή
baling
απλός αόριστος
baled
παθητική μετοχή
baled
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
baleful
bale



























