Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bale
01
δέμα, μπάλα
a large stack of materials like hay or paper firmly tied together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bales
Παραδείγματα
The difficulty in handling the large bale of cardboard required the use of a forklift.
Η δυσκολία στην μεταφορά του μεγάλου δέματος χαρτονιού απαιτούσε τη χρήση ενός εργαλειοφόρου.
02
Βασιλεία
a city in northwestern Switzerland
to bale
01
δένω σε δέματα, φτιάχνω δέματα
make into a bale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bale
γ΄ ενικό πρόσωπο
bales
ενεστώτα μετοχή
baling
απλός αόριστος
baled
παθητική μετοχή
baled
Λεξικό Δέντρο
baleful
bale



























