Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prodigal
01
σπάταλος, σκορπιστής
someone who spends or uses resources recklessly or wastefully
Παραδείγματα
The rock star lifestyle of fast cars, mansions and partying earned him a reputation as a prodigal with money.
Ο τρόπος ζωής του ροκ σταρ με γρήγορα αυτοκίνητα, επαύλεις και πάρτι του χάρισε τη φήμη του σπάταλου με τα χρήματα.
prodigal
01
σπάταλος, δαπανηρός
habitually spending money or other resources in a reckless, extravagant, and wasteful way
Παραδείγματα
The film portrayed the prodigal son who squandered his inheritance on frivolous pursuits.
Η ταινία απεικόνισε τον σπάταλο γιο που σπατάλησε την κληρονομιά του σε επιπόλαιες επιδιώξεις.



























