Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proctor
01
επιτηρητής, εξεταστικός επιτηρητής
an official, typically in an academic setting, responsible for supervising exams, maintaining order, and enforcing rules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proctors
Παραδείγματα
The proctor monitored the students during the final exam.
Ο επιτηρητής παρακολούθησε τους μαθητές κατά τη διάρκεια της τελικής εξέτασης.
to proctor
01
εποπτεύω, επιβλέπω
to direct the execution of an examination and monitor the students
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proctor
γ΄ ενικό πρόσωπο
proctors
ενεστώτα μετοχή
proctoring
απλός αόριστος
proctored
παθητική μετοχή
proctored
Λεξικό Δέντρο
proctorship
proctor



























