proctor
proc
ˈprɒk
prok
tor

Ορισμός και σημασία του "proctor"στα αγγλικά

01

επιτηρητής, εξεταστικός επιτηρητής

an official, typically in an academic setting, responsible for supervising exams, maintaining order, and enforcing rules 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
proctors
Παραδείγματα
The proctor monitored the students during the final exam. 

Ο επιτηρητής παρακολούθησε τους μαθητές κατά τη διάρκεια της τελικής εξέτασης.

to proctor
01

εποπτεύω, επιβλέπω

to direct the execution of an examination and monitor the students 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
proctor
γ΄ ενικό πρόσωπο
proctors
ενεστώτα μετοχή
proctoring
απλός αόριστος
proctored
παθητική μετοχή
proctored
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store