Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Processor
01
επεξεργαστής, κεντρική μονάδα επεξεργασίας
(computing) the part of a computer by which all programs work
Παραδείγματα
The new computer featured a high-speed processor that significantly improved overall performance and multitasking capabilities.
Ο νέος υπολογιστής διέθετε έναν υψηλής ταχύτητας επεξεργαστή που βελτίωσε σημαντικά τη συνολική απόδοση και τις δυνατότητες πολλαπλών εργασιών.
02
επεξεργαστής, επεξεργαζόμενος
a business that transforms raw agricultural products into forms suitable for sale or consumption
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
processors
Παραδείγματα
The meat processor packaged fresh cuts for supermarkets.
Ο επεξεργαστής κρέατος συσκεύασε φρέσκες κοπές για σούπερ μάρκετ.
03
επεξεργαστής, προετοιμαστής
a person who handles or prepares items, such as food, photos, or applications
Παραδείγματα
The photo processor developed the film in the darkroom.
Ο επεξεργαστής φωτογραφιών ανέπτυξε την ταινία στο σκοτεινό δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
microprocessor
multiprocessor
processor
proce



























