Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proceeds
01
έσοδα, αποτέλεσμα
money earned from selling property or other assets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
proceeds
Παραδείγματα
The proceeds from the house sale were used to pay off their debts.
Τα έσοδα από την πώληση του σπιτιού χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση των χρεών τους.
LanGeek



























