proceeds
pro
ˈprəʊ
prew
ceeds
sidz
sidz
deedsneedsbeadsweeds

Ορισμός και σημασία του "proceeds"στα αγγλικά

01

έσοδα, αποτέλεσμα

money earned from selling property or other assets 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
proceeds
Παραδείγματα
The proceeds from the house sale were used to pay off their debts. 

Τα έσοδα από την πώληση του σπιτιού χρησιμοποιήθηκαν για την εξόφληση των χρεών τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store