Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Proceeds
01
έσοδα, αποτέλεσμα
money earned from selling property or other assets
Παραδείγματα
The proceeds from the estate's liquidation went to the heirs as part of the inheritance.
Τα έσοδα από την εκκαθάριση της περιουσίας πήγαν στους κληρονόμους ως μέρος της κληρονομιάς.



























