Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Problem
01
πρόβλημα, δυσκολία
something that causes difficulties and is hard to overcome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
problems
Παραδείγματα
Finding affordable housing in the city has become a significant problem for many people.
Η εύρεση οικονομικά προσιτής στέγασης στην πόλη έχει γίνει ένα σημαντικό πρόβλημα για πολλούς ανθρώπους.
1.1
πρόβλημα, ασθένεια
something wrong with someone's health or with a part of their body
02
πρόβλημα, αίνιγμα
a question that can be answered by mathematics or logical thinking
Παραδείγματα
In the competition, each team had to solve the same set of problems
Στον διαγωνισμό, κάθε ομάδα έπρεπε να λύσει το ίδιο σύνολο προβλημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
problematic
problem



























