pro
pro
prəʊ
prew
nohpoeJoerow

Ορισμός και σημασία του "pro"στα αγγλικά

01

επαγγελματικός

(of people or events) professional, especially in sports 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most pro
συγκριτικός βαθμός
more pro
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He demonstrated pro-level skills during the championship game. 

Επέδειξε δεξιότητες επαγγελματικού επιπέδου κατά τη διάρκεια του αγώνα πρωταθλήματος.

02

υπέρ

in favor of (an action or proposal etc.) 
01

επαγγελματίας, προ

an athlete who plays for pay 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pros
02

ένα πλεονέκτημα, ένα θετικό σημείο

an argument or reason showing that there is an advantage in doing something 
Παραδείγματα
One pro of working remotely is the flexibility to create your own schedule. 

Ένα πλεονέκτημα της εξ αποστάσεως εργασίας είναι η ευελιξία στη δημιουργία του δικού σου προγράμματος.

01

υπέρ

in favor of a proposition, opinion, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
01

υπέρ

in favor of; for 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He is pro democracy. 

Είναι υπέρ της δημοκρατίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store