Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to privilege
01
προνoμioδοτώ, δίνω ειδικά δικαιώματα
to give special advantages or rights to someone or something
Transitive: to privilege sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
privilege
γ΄ ενικό πρόσωπο
privileges
ενεστώτα μετοχή
privileging
απλός αόριστος
privileged
παθητική μετοχή
privileged
Παραδείγματα
The manager privileged certain employees with additional responsibilities.
Ο διαχειριστής προνόμησε ορισμένους υπαλλήλους με πρόσθετες ευθύνες.
Privilege
01
προνόμιο, πλεονέκτημα
a special right, immunity or advantage that only a particular person or group has
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privileges
Παραδείγματα
Access to education is a privilege that not everyone has.
Η πρόσβαση στην εκπαίδευση είναι ένα προνόμιο που δεν έχουν όλοι.
02
προνόμιο, αποκλειστικό δικαίωμα
a right reserved exclusively by a particular person or group (especially a hereditary or official right)
03
προνόμιο, δικαίωμα άρνησης αποκάλυψης πληροφοριών που αποκτήθηκαν σε μια εμπιστευτική σχέση
(law) the right to refuse to divulge information obtained in a confidential relationship
Λεξικό Δέντρο
privileged
privilege



























