privilege
pri
ˈprɪ
πρι
vi
βι
lege
ləʤ
λατζ
/pɹˈɪvɪlɪd‍ʒ/

Ορισμός και σημασία του "privilege"στα αγγλικά

to privilege
01

προνoμioδοτώ, δίνω ειδικά δικαιώματα

to give special advantages or rights to someone or something
Transitive: to privilege sb
to privilege definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
privilege
γ΄ ενικό πρόσωπο
privileges
ενεστώτα μετοχή
privileging
απλός αόριστος
privileged
παθητική μετοχή
privileged
Παραδείγματα
The company privileged loyal customers with exclusive discounts.
Η εταιρεία προνόμησε τους πιστούς πελάτες με αποκλειστικές εκπτώσεις.
01

προνόμιο, πλεονέκτημα

a special right, immunity or advantage that only a particular person or group has
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privileges
Παραδείγματα
They abused their privilege by ignoring the rules.
Κατάχρησαν το προνόμιό τους αγνοώντας τους κανόνες.
02

προνόμιο, αποκλειστικό δικαίωμα

a right reserved exclusively by a particular person or group (especially a hereditary or official right)
03

προνόμιο, δικαίωμα άρνησης αποκάλυψης πληροφοριών που αποκτήθηκαν σε μια εμπιστευτική σχέση

(law) the right to refuse to divulge information obtained in a confidential relationship

Λεξικό Δέντρο

privileged
privilege
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store