Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
private
01
ιδιωτικός, προσωπικός
used by or belonging to only a particular individual, group, institution, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She keeps her private thoughts and feelings to herself.
Κρατά τις ιδιωτικές της σκέψεις και συναισθήματα για τον εαυτό της.
02
ιδιωτικός, προσωπικός
involving a particular person or group of people
Παραδείγματα
She kept her private fears to herself, unwilling to burden anyone else.
Κράτησε τους προσωπικούς της φόβους για τον εαυτό της, δεν ήθελε να βαρύνει κάποιον άλλο.
04
ιδιωτικός, προσωπικός
concerning things deeply private and personal
05
ιδιωτικός, ήσυχος
(of a place) quiet and without noise or people interrupting
Private
01
στρατιώτης, δεκανέας
an enlisted man of the lowest rank in the Army or Marines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
privates
Λεξικό Δέντρο
privately
privateness
privatize
private
priv



























