printmaker
print
ˈprɪnt
πριντ
ma
ˌmeɪ
μει
ker
kər
καρ
/pɹˈɪntme‍ɪkɐ/

Ορισμός και σημασία του "printmaker"στα αγγλικά

01

χαράκτης, εκτυπωτής

someone who prints pictures or designs from special plates or blocks
printmaker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
printmakers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store