to primp
primp
prɪmp
primp
skimpblimpcrimppimp

Ορισμός και σημασία του "primp"στα αγγλικά

to primp
01

στολίζομαι, καλλωπίζομαι

to spend time in front of a mirror to arrange hair and fix makeup or appearance in an attractive and elaborate way 
to primp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
primp
γ΄ ενικό πρόσωπο
primps
ενεστώτα μετοχή
primping
απλός αόριστος
primped
παθητική μετοχή
primped

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

primping
primp
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store