primitivism
pri
ˈprɪ
πρι
mi
mɪ
μι
ti
tɪ
τι
vi
vɪ
βι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "primitivism"στα αγγλικά

01

πρωτογονισμός, πρωτόγονη τέχνη

a genre of art or literature that promotes the idealization of primitive and simplistic values 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
primitivisms
02

πρωτογονισμός, άγρια κατάσταση

a wild or unrefined state 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

primitivism
primitive
prime
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store