Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Primitivism
01
πρωτογονισμός, πρωτόγονη τέχνη
a genre of art or literature that promotes the idealization of primitive and simplistic values
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
primitivisms
02
πρωτογονισμός, άγρια κατάσταση
a wild or unrefined state
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
primitivism
primitive
prime



























