Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to previse
01
προβλέπω, προαισθάνομαι
to foresee future events
Transitive: to previse future events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
previse
γ΄ ενικό πρόσωπο
previses
ενεστώτα μετοχή
prevising
απλός αόριστος
prevised
παθητική μετοχή
prevised
Παραδείγματα
The wise elder was known to previse the future of the community with remarkable accuracy.
Ο σοφός γηραιός ήταν γνωστός για το ότι προέβλεπε το μέλλον της κοινότητας με αξιοσημείωτη ακρίβεια.
02
προειδοποιώ, ειδοποιώ
to notify or warn someone about something in advance
Transitive: to previse sb about sth | to previse sb of sth
Παραδείγματα
The email prevised employees about upcoming changes in company policy.
Το email προειδοποίησε τους υπαλλήλους για τις επερχόμενες αλλαγές στην πολιτική της εταιρείας.



























