Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to previse
01
προβλέπω, προαισθάνομαι
to foresee future events
Transitive: to previse future events
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
previse
γ΄ ενικό πρόσωπο
previses
ενεστώτα μετοχή
prevising
απλός αόριστος
prevised
παθητική μετοχή
prevised
Παραδείγματα
The experienced leader could previse potential challenges and plan accordingly.
Ο έμπειρος ηγέτης μπορούσε να προβλέψει τις πιθανές προκλήσεις και να σχεδιάσει ανάλογα.
02
προειδοποιώ, ειδοποιώ
to notify or warn someone about something in advance
Transitive: to previse sb about sth | to previse sb of sth
Παραδείγματα
The teacher prevised the students about the strict rules for the exam.
Ο δάσκαλος προειδοποίησε τους μαθητές για τους αυστηρούς κανόνες της εξέτασης.



























