Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preventable
01
προφυλακτικός, αποφευκτός
capable of being avoided or stopped from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preventable
συγκριτικός βαθμός
more preventable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preventable accident could have been avoided if proper safety protocols were followed.
Το αποφευκτέο ατύχημα θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν είχαν ακολουθηθεί τα κατάλληλα πρωτόκολλα ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
unpreventable
preventable
prevent



























