Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preventable
01
προφυλακτικός, αποφευκτός
capable of being avoided or stopped from happening
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most preventable
συγκριτικός βαθμός
more preventable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The preventable environmental damage could have been mitigated with responsible practices.
Η προβληματική περιβαλλοντική ζημιά θα μπορούσε να είχε μετριάσει με υπεύθυνες πρακτικές.
Λεξικό Δέντρο
unpreventable
preventable
prevent



























