Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prevent
01
εμποδίζω, αποτρέπω
to not let someone do something
Transitive: to prevent sb/sth from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prevent
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevents
ενεστώτα μετοχή
preventing
απλός αόριστος
prevented
παθητική μετοχή
prevented
Παραδείγματα
The security guard prevented the unauthorized person from entering the building.
Ο φύλακας ασφαλείας απέτρεψε το μη εξουσιοδοτημένο άτομο από το να εισέλθει στο κτίριο.
02
εμποδίζω, προλαμβάνω
to stop something from happening
Transitive: to prevent sth
Παραδείγματα
Regular exercise can help prevent certain health issues.
Η τακτική άσκηση μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη ορισμένων προβλημάτων υγείας.
Λεξικό Δέντρο
preventable
preventative
preventative
prevent



























