prevaricator
Pronunciation
/pɹɪvˈæɹᵻkˌeɪɾɚ/

Ορισμός και σημασία του "prevaricator"στα αγγλικά

01

ψεύτης, απατεώνας

a person who has lied or who lies repeatedly
prevaricator definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
prevaricators
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store