to prevaricate
pre
prɪ
pri
va
ˈvæ
vā
ri
rɪ
ri
cate
keɪt
keit

Ορισμός και σημασία του "prevaricate"στα αγγλικά

to prevaricate
01

κυκλοφορώ, αποφεύγω την άμεση απάντηση

to avoid giving a direct answer by being deliberately ambiguous 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prevaricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevaricates
ενεστώτα μετοχή
prevaricating
απλός αόριστος
prevaricated
παθητική μετοχή
prevaricated
Παραδείγματα
The politician prevaricated when asked about the budget cuts. 

Ο πολιτικός απέφυγε την άμεση απάντηση όταν ρωτήθηκε για τις περικοπές στον προϋπολογισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prevarication
prevaricator
prevaricate
prevaric
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store