Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prevaricate
01
κυκλοφορώ, αποφεύγω την άμεση απάντηση
to avoid giving a direct answer by being deliberately ambiguous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prevaricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevaricates
ενεστώτα μετοχή
prevaricating
απλός αόριστος
prevaricated
παθητική μετοχή
prevaricated
Παραδείγματα
She prevaricated to avoid admitting her mistake.
Εκείνη προσπάθησε να αποφύγει την ευθύνη για να αποφύγει να παραδεχτεί το λάθος της.
Λεξικό Δέντρο
prevarication
prevaricator
prevaricate
prevaric



























