Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prevaricate
01
κυκλοφορώ, αποφεύγω την άμεση απάντηση
to avoid giving a direct answer by being deliberately ambiguous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prevaricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevaricates
ενεστώτα μετοχή
prevaricating
απλός αόριστος
prevaricated
παθητική μετοχή
prevaricated
Παραδείγματα
The politician prevaricated when asked about the budget cuts.
Ο πολιτικός απέφυγε την άμεση απάντηση όταν ρωτήθηκε για τις περικοπές στον προϋπολογισμό.
Λεξικό Δέντρο
prevarication
prevaricator
prevaricate
prevaric



























