Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prevailing westerly
01
τα επικρατούντα δυτικά άνεμοι, τα επικρατούντα άνεμοι από τη δύση
a steady wind blowing from the west, common in mid-latitude regions
Παραδείγματα
The sailing route takes advantage of the prevailing westerly for a quicker journey eastward.
Η διαδρομή της ιστιοπλοΐας εκμεταλλεύεται τα κυρίαρχα δυτικά ανέμους για ταχύτερο ταξίδι προς τα ανατολικά.



























