Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pretzel
01
πρέτσελ, αλμυρό μπισκότο
a crisp biscuit formed like a knot that is salty and is served as a snack or with drinks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pretzels



























