Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pretender
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pretenders
Παραδείγματα
The pretender tried to blend in, but his lies eventually caught up with him.
Ο πλαστογράφος προσπάθησε να συγχωνευτεί, αλλά τα ψέματά του τελικά τον έπιασαν.
02
υποκριτής, ψεύτικος
a person who professes beliefs and opinions that he or she does not hold in order to conceal his or her real feelings or motives
03
διεκδικητής, σφετεριστής
a claimant to the throne or to the office of ruler (usually without just title)
Λεξικό Δέντρο
pretender
pretend



























