Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pretend
01
προσποιούμαι, προφασίζομαι
to act in a specific way in order to make others believe that something is the case when actually it is not so
Transitive: to pretend to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pretend
γ΄ ενικό πρόσωπο
pretends
ενεστώτα μετοχή
pretending
απλός αόριστος
pretended
παθητική μετοχή
pretended
Παραδείγματα
He pretended to enjoy the meal, even though it didn't taste good, to avoid causing offense.
Προσποιήθηκε ότι απολάμβανε το γεύμα, παρόλο που δεν ήταν νόστιμο, για να μην προκαλέσει προσβολή.
02
προσποιούμαι, προφασίζομαι
to act as if experiencing or having an emotion or trait without truly feeling it
Transitive: to pretend an emotion
Παραδείγματα
She pretended happiness to avoid worrying her friends.
Προσποιήθηκε ευτυχία για να μην ανησυχήσει τους φίλους της.
03
προσποιούμαι, πλασματοποιώ
represent fictitiously, as in a play, or pretend to be or act like
Transitive: to pretend to do sth | to pretend that
Παραδείγματα
The children pretended they were pirates searching for hidden treasure.
Τα παιδιά προσποιήθηκαν ότι ήταν πειρατές που έψαχναν για κρυμμένο θησαυρό.
Παραδείγματα
He tried to pretend to expertise in the matter, but his inexperience showed.
Προσπάθησε να προσποιηθεί ότι έχει εμπειρογνωμοσύνη στο θέμα, αλλά η απειρία του φάνηκε.
Pretend
01
προσποίηση, προφασισμός
the enactment of a pretense
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
pretend
01
πλασματικός, φανταστικός
imagined as in a play
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pretend
συγκριτικός βαθμός
more pretend
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
pretended
pretender
pretending
pretend



























