Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Presupposition
01
προϋπόθεση, υπόθεση
something that one perceives to be true, even though it remains to be proved, especially at the beginning of an argument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
presuppositions
Παραδείγματα
The debate began with the presupposition that economic growth leads to job creation.
Η συζήτηση ξεκίνησε με την προϋπόθεση ότι η οικονομική ανάπτυξη οδηγεί στη δημιουργία θέσεων εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
presupposition
supposition
suppose



























