Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pressure-cook
01
μαγειρεύω υπό πίεση, μαγειρεύω σε χύτρα ταχύτητας
to prepare food by cooking it in a sealed pot under high pressure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pressure-cook
γ΄ ενικό πρόσωπο
pressure-cooks
ενεστώτα μετοχή
pressure-cooking
απλός αόριστος
pressure-cooked
παθητική μετοχή
pressure-cooked
Παραδείγματα
She pressure-cooked the beans to perfection in just half the time it would take with traditional cooking methods.
Μαγείρεψε υπό πίεση τα φασόλια σε τελειότητα σε μόνο το μισό χρόνο που θα χρειαζόταν με τις παραδοσιακές μεθόδους μαγειρέματος.



























