Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presidential
01
προεδρικός, σχετικός με την προεδρία
associated with the role or actions of a president, such as decisions, behaviors, or policies
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, government, leadership
Παραδείγματα
The presidential address outlined the government's priorities for the upcoming year.
Η προεδρική ομιλία περιέγραψε τις προτεραιότητες της κυβέρνησης για το επόμενο έτος.
02
προεδρικό, αξιόπρεπο για πρόεδρο
suitable for, characteristic of, or befitting a president
Παραδείγματα
She carried herself with a presidential air at the ceremony.
Συμπεριφέρθηκε με προεδρικό αέρα στην τελετή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
presidential
president



























