Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Presidency
01
προεδρία, προεδρικό μέρος
the period of time during which a president is in power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
presidencies
Παραδείγματα
His presidency was marked by significant economic reforms and social policies.
Η προεδρία του σημαδεύτηκε από σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις και κοινωνικές πολιτικές.
Λεξικό Δέντρο
presidency
preside



























