presidency
pre
ˈprɛ
pre
si
zi
den
dən
dēn
cy
si
si
precedency

Ορισμός και σημασία του "presidency"στα αγγλικά

01

προεδρία, προεδρικό μέρος

the period of time during which a president is in power 
presidency definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
presidencies
Παραδείγματα
His presidency was marked by significant economic reforms and social policies. 

Η προεδρία του σημαδεύτηκε από σημαντικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις και κοινωνικές πολιτικές.

02

προεδρία, προεδρικό αξίωμα

the office, role, or functions associated with being president 
Παραδείγματα
The presidency requires both leadership and administrative skills. 

Η προεδρία απαιτεί τόσο ηγετικές όσο και διοικητικές δεξιότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store