presidency
Pronunciation
/ˈpɹɛzədənsi/

Ορισμός και σημασία του "presidency"στα αγγλικά

01

προεδρία, προεδρικό μέρος

the period of time during which a president is in power
presidency definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
presidencies
Παραδείγματα
The presidency of Abraham Lincoln during the Civil War was a defining period in American history.
Η προεδρία του Αβραάμ Λίνκολν κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο ήταν μια καθοριστική περίοδος στην αμερικανική ιστορία.
02

προεδρία, προεδρικό αξίωμα

the office, role, or functions associated with being president
Παραδείγματα
Candidates often debate the powers inherent in the presidency.
Οι υποψήφιοι συχνά συζητούν τις εξουσίες που εγγράφονται στην προεδρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store