Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prescriptive
01
προσθετικός, κανονιστικός
focused on establishing rules or guidelines for how things should be done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manual provides prescriptive instructions for assembly.
Το εγχειρίδιο παρέχει προσθετικές οδηγίες για τη συναρμολόγηση.
Λεξικό Δέντρο
prescriptive
prescript



























