prescript
pre
ˈpri:
pri
script
skrɪpt
skript
unclippedunequippedequippedrescript

Ορισμός και σημασία του "prescript"στα αγγλικά

01

συνταγή, οδηγία

a set of instructions or guidelines to accomplish a specific goal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
prescripts
Παραδείγματα
Following the prescript is crucial for assembling the furniture correctly. 

Η παρακολούθηση του προσχεδίου είναι κρίσιμη για τη σωστή συναρμολόγηση των επίπλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

prescript
script
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store