prepaid
Pronunciation
/pɹiˈpeɪd/

Ορισμός και σημασία του "prepaid"στα αγγλικά

01

προπληρωμένος, πληρωμένος εκ των προτέρων

already paid for
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He received a prepaid gift card as a reward for his outstanding performance at work.
Λάμβανε μια προπληρωμένη κάρτα δώρου ως ανταμοιβή για την εξαιρετική του απόδοση στην εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store