Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Prep
01
προπαρασκευαστική εργασία
preparatory school work done outside school (especially at home)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to prep
01
προετοιμάζω, απολυμαίνω
to prepare someone for a surgical procedure, often by cleaning the skin or other body surface and applying antiseptic solutions
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prep
γ΄ ενικό πρόσωπο
preps
ενεστώτα μετοχή
prepping
απλός αόριστος
prepped
παθητική μετοχή
prepped
Λεξικό Δέντρο
preppy
prep



























