prep
Pronunciation
/ˈpɹɛp/

Ορισμός και σημασία του "prep"στα αγγλικά

01

προπαρασκευαστική εργασία

preparatory school work done outside school (especially at home)
prep definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to prep
01

προετοιμάζω, απολυμαίνω

to prepare someone for a surgical procedure, often by cleaning the skin or other body surface and applying antiseptic solutions
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
prep
γ΄ ενικό πρόσωπο
preps
ενεστώτα μετοχή
prepping
απλός αόριστος
prepped
παθητική μετοχή
prepped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store