Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to premeditate
01
προμελετώ, σχεδιάζω εκ των προτέρων
to consider, evaluate and plan an action in advance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
premeditate
γ΄ ενικό πρόσωπο
premeditates
ενεστώτα μετοχή
premeditating
απλός αόριστος
premeditated
παθητική μετοχή
premeditated
02
προμελετώ, σκέφτομαι εκ των προτέρων
think or reflect beforehand or in advance
Λεξικό Δέντρο
premeditate
meditate
medit



























