Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to predispose
01
προδιαθέτω, κάνω ευάλωτο
to make someone more susceptible or inclined to a particular condition or behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
predispose
γ΄ ενικό πρόσωπο
predisposes
ενεστώτα μετοχή
predisposing
απλός αόριστος
predisposed
παθητική μετοχή
predisposed
Παραδείγματα
By the time he realized it, his lack of exercise had predisposed him to obesity.
Μέχρι να το συνειδητοποιήσει, η έλλειψη άσκησης τον είχε προδιαθέσει για παχυσαρκία.
Λεξικό Δέντρο
predispose
dispose



























