Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predetermined
01
προκαθορισμένος, προκανονισμένος
decided or arranged beforehand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predetermined
συγκριτικός βαθμός
more predetermined
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting agenda had a predetermined schedule that everyone followed.
Η ημερήσια διάταξη της συνάντησης είχε ένα προκαθορισμένο πρόγραμμα που ακολούθησαν όλοι.
Λεξικό Δέντρο
predetermined
determined
determine



























