Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predetermined
01
προκαθορισμένος, προκανονισμένος
decided or arranged beforehand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predetermined
συγκριτικός βαθμός
more predetermined
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
planning, decision, time
Παραδείγματα
The team followed a predetermined strategy to achieve their goals.
Η ομάδα ακολούθησε μια προκαθορισμένη στρατηγική για να επιτύχει τους στόχους της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
predetermined
determined
determine



























