Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
predatory
01
αρπακτικό, σαρκοφάγο
(of wild animals) hunting, killing, and feeding on other animals for survival
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most predatory
συγκριτικός βαθμός
more predatory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Lions are predatory animals that hunt in groups.
Οι λιοντάρια είναι θηρευτικά ζώα που κυνηγούν σε ομάδες.
02
αρπακτικός, εκμεταλλευτικός
exploiting or victimizing others for personal advantage
Παραδείγματα
He was warned about predatory lenders offering high-interest loans.
Ειδοποιήθηκε για τους αρπακτικούς δανειστές που προσφέρουν δάνεια με υψηλά επιτόκια.
03
ληστρικός, λεηλατικός
engaged in plundering, pillaging, or marauding activities
Παραδείγματα
The predatory raids destroyed villages along the coast.
Οι ληστρικές επιδρομές κατέστρεψαν χωριά κατά μήκος της ακτής.
Λεξικό Δέντρο
predatory
predate
date



























