precocious
pre
prɪ
pri
co
ˈkəʊ
kew
cious
ʃəs
shēs
preciouspredaciousprecarious

Ορισμός και σημασία του "precocious"στα αγγλικά

precocious
01

πρόωρος, προωρίμως ανεπτυγμένος

(of a child) displaying developed abilities or mental qualities at an unusually young age 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most precocious
συγκριτικός βαθμός
more precocious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The precocious boy could read books meant for older children, impressing his teachers. 

Το προωριματικά αναπτυγμένο αγόρι μπορούσε να διαβάζει βιβλία που προορίζονταν για μεγαλύτερα παιδιά, εντυπωσιάζοντας τους δασκάλους του.

02

πρόωρος, προωριμος

occurring earlier than usual 
Παραδείγματα
The precocious growth of the trees was a result of the unseasonably warm winter. 

Η πρόωρη ανάπτυξη των δέντρων ήταν αποτέλεσμα ενός ασυνήθιστα ζεστού χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store