Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precis
01
περίληψη
a concise summary or abstract that distills the essential points of a longer text or speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
précis
Παραδείγματα
The student wrote a clear précis of the lengthy article for the class.
Ο μαθητής έγραψε μια σαφή περίληψη του μακρού άρθρου για την τάξη.
to precis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
precis
γ΄ ενικό πρόσωπο
precises
ενεστώτα μετοχή
precising
απλός αόριστος
precised
παθητική μετοχή
precised
Παραδείγματα
The student was asked to précis the lengthy article into a one-page summary.
Ο μαθητής κλήθηκε να συνοψίσει το μακρύ άρθρο σε μια σύνοψη μιας σελίδας.



























