Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precis
01
περίληψη
a concise summary or abstract that distills the essential points of a longer text or speech
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
précis
Παραδείγματα
The attorney prepared a précis of the legal arguments to present to the judge.
Ο δικηγόρος ετοίμασε μια σύνοψη των νομικών επιχειρημάτων για να παρουσιάσει στον δικαστή.
to precis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
precis
γ΄ ενικό πρόσωπο
precises
ενεστώτα μετοχή
precising
απλός αόριστος
precised
παθητική μετοχή
precised
Παραδείγματα
He had to précis the long report for the board meeting.
Έπρεπε να συνοψίσει την μεγάλη αναφορά για τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.



























