precis
pre
preɪ
prei
cis
ˈsi:
si
spaceygracieo'caseytracy
précis

Ορισμός και σημασία του "precis"στα αγγλικά

01

περίληψη

a concise summary or abstract that distills the essential points of a longer text or speech 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
précis
Παραδείγματα
The student wrote a clear précis of the lengthy article for the class. 

Ο μαθητής έγραψε μια σαφή περίληψη του μακρού άρθρου για την τάξη.

to precis
01

περιγράφω συνοπτικά

to make a concise summary of a longer text or speech, capturing its essential points 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
precis
γ΄ ενικό πρόσωπο
precises
ενεστώτα μετοχή
precising
απλός αόριστος
precised
παθητική μετοχή
precised
Παραδείγματα
The student was asked to précis the lengthy article into a one-page summary. 

Ο μαθητής κλήθηκε να συνοψίσει το μακρύ άρθρο σε μια σύνοψη μιας σελίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store