Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Precious metal
01
πολύτιμο μέταλλο, ευγενές μέταλλο
a rare, naturally occurring metallic chemical element that has high economic value such as gold and silver
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
precious metals
LanGeek



























